Φίλιππος Ιωάννου

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (ΠΑΝΤΟΣ)

Ο ΑΠΟ ΚΑΘΕΔΡΑΣ ΕΛΛΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΟΣ


Γεννήθηκε στις 13 Αυγούστου του 1800 στην Ζαγορά, γιός του Ιωάννου Ρήγα Πάντου. Τα εγκύκλια γράμματα μαζί με τους αδελφούς του, παρακολούθησε στην ιδιαίτερη πατρίδα του υπό την επίβλεψη του θείου του Νικολάου Κασσαβέτη, Οικονόμου Κασσαβέτη και Ιωάννου Χουνή, δασκάλων της ακμάζουσας τότε Σχολής της Ζαγοράς. Μαθήτευσε επίσης και κοντά στον Γρηγόριο Κωνσταντά.

Στα 1816, σε ηλικία μόλις 16 ετών, έμεινε ορφανός από πατέρα και αναγκάστηκε να αναλάβει την προστασία της επταμελούς οικογένειάς του, γιατί ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ρήγας, έμενε στην Κωνσταντινούπολη ασχολούμενος με το εμπόριο. Εκεί, ύστερα από μερικά χρόνια πήγε και ο Φίλιππος, όπου παρέμεινε μέχρι τις παραμονές της Επαναστάσεως. Φεύγοντας από την Κων/πολη, αφού είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία, επέστρεψε στην Ζαγορά και μετέσχε ενεργά στον αγώνα, ο δε αδελφός του Ρήγας κατετάγη στον Ιερό Λόχο και έπεσε αργότερα στην μάχη του Δραγατσανίου.

Προς τα τέλη του 1821 πέρασε στην Σκιάθο όπου μαθήτευσε κοντά στον Επιφάνιο Δημητριάδη, ξακουστό δάσκαλο της Ελληνικής γλώσσας. 'Επειτα, και για όλο το διάστημα της Ελληνικής Επανάστασης, υπηρέτησε σαν γραμματέας του ναυάρχου Μιαούλη και ταυτόχρονα σαν δάσκαλος των παιδιών του στην ναυαρχίδα του. Η ανδρεία που επέδειξε στον αγώνα, ο ζήλος του και η αφοσίωσή του, προσείλκυσαν την συμπάθεια του ναυάρχου ο οποίος μετά το τέλος της Επαναστάσεως τον έστειλε στο Μόναχο όπου τελειοποίησε τις κλασσικές του σπουδές και ύστερα επιδόθηκε στις φυσικές επιστήμες.

Στα 1836 η Ελληνική Κυβέρνηση του ανέθεσε να μεταβεί από το Μόναχο όπου βρίσκονταν ακόμη, στο Ολδεμβούργο για να διδάξει την Ελληνική γλώσσα στην πριγκήπισσα Αμαλία. 'Ενα χρόνο αργότερα κατέβηκε με την πριγκίπισσα στην Ελλάδα και εξακολούθησε την διδασκαλία του. Την ίδια χρονιά διορίστηκε σύμβουλος του Υπουργείου της Εκπαιδεύσεως.

Το 1839 ανέλαβε καθηγητής της συστηματικής φιλοσοφίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο όπου δίδαξε πάνω από σαράντα χρόνια. Το 1846 εξελέγη Βουλευτής του Πανεπιστημίου και αργότερα Γερουσιαστής. Εξελέγη δυό φορές πρύτανις σ΄ αυτό και έξι φορές κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής, υπήρξε δε επί σειρά ετών διευθυντής του Φιλολογικού Φροντιστηρίου του Πανεπιστημίου. Για πολλά χρόνια επίσης διετέλεσε πρόεδρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Άριστος γνώστης της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας, όπως και της Λατινικής, είχε την μοναδική ευχέρεια να συντάσσει ποιήματα σ΄ αυτές και πάμπολλα είναι τα επιγράμματα που έχει αφήσει σε δημόσιους χώρους και ιδρύματα της ιδιαίτερης πατρίδας του και των Αθηνών. Όλη του η φιλολογική εργασία δημοσιεύθηκε στα 1865 σε βιβλίο με τίτλο "Φιλολογικά Πάρεργα". Συνέγραψε επίσης και την βιογραφία του Μηλιώτη δάσκαλου Γρηγορίου Κωνσταντά, όπως και δύο άλλα έργα, την "Λογική" και την "Μεταφυσική" που έμειναν όμως ανέκδοτα.

Σαν βραβείο των ηθικών του αγώνων και ιδίως σαν έκφραση της ευγνωμοσύνης του 'Εθνους προς τον δυνατό αυτό καθηγητή και φιλόσοφο, ορίστηκε, με την εισήγηση του τότε Υπουργού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Αθανασίου Πετμεζά, να παίρνει σαν σύνταξη πλήρη μισθό καθηγητού και να διατηρεί τα δικαιώματά του ως τέτοιου είτε διδάσκει είτε όχι. Παρ΄ όλα όμως τα γηρατειά του και το πρόβλημα που είχε με τα μάτια του, καθόλου δεν δέχτηκε να μισθοδοτείται χωρίς να διδάσκει, και ευχαριστώντας τον Υπουργό για την τιμή, συνέχισε με τον ίδιο ζήλο να προσφέρει τις υπηρεσίες του, για τις οποίες μάλιστα είχε τιμηθεί με το παράσημο του Τάγματος των Ταξιαρχών.

Πέθανε στις 30 Μαΐου του 1880. Με την δημόσια διαθήκη του κληροδοτήθηκαν τα βιβλία του στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην Βιβλιοθήκη Ζαγοράς. Πολλά είναι επίσης τα χρηματικά βοηθήματα που άφησε στο Σχολείο της Ζαγοράς, σε Ορφανοτροφεία, σε Πτωχοκομεία, στην Ριζάρειο Σχολή και στην Αρχαιολογική Εταιρεία.

"Ο κόσμος να χαλάσει, ακόμη και τα πιο απίθανα γεγονότα να συμβούν, δυό φαινόμενα δεν θα πάψουν ποτέ να υπάρχουν και να επαναλαμβάνονται:
Η παπαρούνα πάνω στην έκρηξη της Άνοιξης και το βιβλίο πάνω στην έκρηξη των Ιδεών."

Οδυσσέας Ελύτης